:: ΤΡΟΠΟΙ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑΣ ΙΘΑΓΕΝΩΝ ΠΤΗΝΩΝ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑΣ ::
---------------------------------------------------------------------


ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ

 

Κάθε περιοχή της Ελλάδας της έχει δώσει και ένα ξεχωριστώ όνομα, κάτι σαν τοπωνύμιο, για παράδειγμα οι Μικρασιάτες την ονομάζουν γιαβρί και ειδικότερα τα μικρά της τα ονομάζουν γιαβράκια ή γιαβριά (ελληνοτουρκική λέξη που σημαίνει μωρό ή μικρό παιδί).Σε πολλές περιοχές τη συναντάμε με το όνομα σγαρδέλι ή γαρδέλι κυρίως στην Κρήτη, τις μικρόσωμες, σκούρες σε χρώματα, καρδερίνες στα νησιά του Αιγαίου τις ονομάζουν τουρκοπούλες. Επίσης σε άλλα μέρη τις Πελοποννήσου τη συναντούμε με το όνομα πεντάμορφη.

Στη χώρα μας υπάρχουν μέρη με μεγάλη παράδοση στην εκτροφή και διατήρηση της καρδερίνας στην αιχμαλωσία. Μερικά από αυτά είναι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, στις Κυκλάδες αλλά και τα Δωδεκάνησα. Σε αυτά τα μέρη την αιχμαλωτίζουν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους κυρίως για τη φωνή της. Για παράδειγμα με την Άρα, ένα είδος διχτυού, που στήνεται στα καρτέρια-περάσματα.

Ο πιο δημοφιλής και παραδοσιακός τρόπος σύλληψης της καρδερίνας πανελληνίως είναι με την χρήση ειδικών ξύλινων βεργών με κόλα, τα επονομαζόμενα ξόβεργα (Χίο-Λέσβος). Κατασκευάζονται από τον καρπό της οξιάς. Ο κάθε θηρευτής πτηνών διαθέτει μυστικές συνταγές για την κατασκευή της, έτσι ώστε να κατασκευάζει μονάχα αυτός τα πιο ποιοτικά ξόβεργα. Κάποιες από αυτές τις συνταγές τις έχω συλλέξει και σας τις παρουσιάζω παρακάτω.

Ένας πολύ καλός μου φίλος, ο Χιώτης Βαγγέλης Ρουφάκης, που αγαπά ιδιαίτερα το μέρος του καθώς και την παράδοση του, μου παραχώρησε από το ομώνυμο περιοδικό του χωριού Δάφνη της Χίου, που εκδίδει, το παρακάτω κείμενο με τον τρόπο παρασκευής της ξόβεργας καθώς και άλλες λαογραφικές πληροφορίες.


Αξόβεργα και άρες


Οι χωριανοί εβάζανε αξόβεργα τέλος Αυγούστου, Σεπτέμβρη το πιότερο. Τα στένανε μέσα στα χωράφια κάτω απέ τις τσικουδιές και άλλα δέντρα, δίπλα σε πέτρινα, ή ντενεκεδένια γουρνάκια με νερό, σε μπηγμένα στη γης δίχαλα ξερά κλαδιά. Τα στένανε και στο βουνό απάνω από του Μπαρούτη ή βορινά του Καράμουσα στου Τσάκαλη ή του Χριστόψαρου, σε πρίνους, αγρέλους και κουντουρουδίδια. Και πιάνανε μικρόπουλα: Ατομάχους, πούλες, μαυροκεφάλες και κοκκινοκεφάλες, σουϊτάκια, βατσίνες και άλλα. Μόνο οι πονηροί σπουργίτοι εν επιάνουντανε.

Ο Αμανενές εν είχενε καιρό, ούτε όρεξη, εδωνά που τα λέμενε, να βάζει αξόβεργα κι ούτε είχενε ευκολία σε λεφτά να αγοράζει οξό και να πλερώνει αξοβεργάρη να του τα κάμνει. Κι ύστερις δεν τούρεσενε να βλέπει τα πολύχρωμα και χαριτωμένα πουλάκια, ευτό το παιχνίδι του Θεού όπως τάλεενε, να κρέμουνταινε ανάποδα, κολλημένα στ` αξόβεργα, να σπαρταρούνε, αντί να πετούνε και να παίζουνε απάνω στα δέντρα, στις βατιές και τις τσικουδιές.

Μόνο στην άρα του φίλου του Στέλιου επήαινενε καμιά βολά, να του κάμνει παρέγια γιατί ήβρισκενε γραφικό το σκηνικό της με τη φρίζα με ξερόκλαδα, να κρύβεται ο αρατζής από τα πουλιά, τα πόστα, ξερά δέντρα μπηγμένα γύρω στο αλώνι της άρας που απάνω τους εκρέμουντανε κλουβιά με κράχτες, καρδερίνες και φλώρια, τα δίκτυα μαζεμένα γύρω-γύρω στο πλάτωμα της άρας, δεμένα σε μπαστούνια που μ` ένα τράβηγμα σκοινιού εσηκώνουντανε και πέφτανε και σκεπάζανε όσα πουλάκια ξεγελασμένα από τους σπόρους ευρίοκουντανε μέσα στην άρα. Μόνο στο πνίξιμό τος από τα άγρια δάκτυλα του Στέλιου εν επήαινενε κοντά.

Εν είχεν και υπομονή όμως ο Αμανενές να κάθεται να φυλάει ούτε στ` αξόβεργα ούτε και στην άρα. Και σ` ευτά, όπως και σ` όλα τα άλλα της ζωής, αθρώπους, ζα, χωράφια και πουλιά ήτανε σαν περαστικός!

Μόνον άμαν εσύθθευγενε και ήπαιζενε τον Καραγκιόζη εν ήτανε περαστικός! Ήτανε εκεί, και μιμούντανε κιόλας και τις φωνές των πουλιών, τα κελαδήματά τος! Τον ήνοιαζενε και πόνιενε και χαίρουντανε κ` ήστελλενε μηνύματα στον κόσμο, σε μικρούς και μεγάλους και στο Θεό!

 

  1. Από το (λαογραφικό) βιβλίο της Δρ Σεβαστής Χαβιάρα-Καραχάλιου «Λωλόδεντρα» έκδοση Περιοδικού Δάφνη 2001


Ο Τραχανάς (μια ιστορία ενός πουλοπιάστη)


Ο Νκολής ο Τραχανάς ήταν αξοβεργάς με τ` όνομα! Το επίθετό του ήταν Φουντούρης μα κανείς δεν τον ήξερε αν τον ζητούσες με το επίθετό του. Μόνο στο σχολείο μάθαμε ότι τα Τραχανάκια λέγονται Φουντούρη. Ο μεγαλύτερος γιος ο Γιάννης ήταν συμμαθητής μου και πέθανε στην πέμπτη του δημοτικού από ωτίτιδα όπως είπαν τότε. Ήταν Κατοχή κι όπως όλα τα παιδιά πεινούσανε κι αυτά κι ίσως η ωτίτιδα σ` ένα εξασθενημένο οργανισμό έφερε το θάνατο, από εξέλιξη σε μηνιγγίτιδα.

Ο Τραχανάς με τη γυναίκα του την Αγγελική είχανε έρωτα.

Άκουγα τους μεγάλους να τον μαϊταψίζουν και να του θυμίζουν τις καντάδες που της έκανε όταν εκείνη ήταν υπηρέτρια στο Σουρέδικο.

Στο κτήμα αυτό είχαν πάντα ανεστάτη για το περιβόλι και δούλα στο σπίτι όπως έλεγαν τότε. Ήταν το μόνο αρχοντικό στα Λωλόδεντρα που είχαν ανεστάτη. Τα άλλα περιβόλια είχαν κοπέλλια κι ημερομίσθιους εργάτες.

Η Αγγελική λοιπόν είχε κλέψει την καρδιά του Νικολή κι εκείνος της έκανε τη νύχτα καντάδες με την κάιντα και έλεγε το τραγουδάκι.

 

Μαχαίρια και περίστροφα
θα στήσω μια ντουζίνα
να κλέψω την Αγγελική
μέσα από την κουζίνα.

Τελικά παρά τα τρία τους παιδιά χώρισαν κι ο Τραχανάς αποσύρθηκε σ` ένα σπίτι-καλυβάκι που είχε μόνο μια πόρτα και εμβαδόν δύο επί δύο στην άκρη της στενάδας που ήταν συνέχεια της σκάρπας του Τζίμη. Εκεί ζούσε μοναχός του αρχικά σαν ερημίτης κι όλη του η ζωή ήταν τ` αξόβεργα.

Αργότερα έκανε καινούργια οικογένεια.

Νωρίς την άνοιξη έκοβε παραριζίτες απ` τους αγρέλους κι έφτιαχνε τις βέργες να είναι ίσιες και κατάλληλες να γίνουν αξοβεργες. Εκεί κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο που ωρίμαζε ο οξός, ο Τραχανάς δεν προλάβαινε να φτιάχνει αξόβεργα.

Τον φώναζαν, όχι μόνο στη γειτονιά αλλά και στον Κάμπο και στα χωριά σαν τον καλύτερο μάστορη στ` αξόβεργα.

Θυμούμαι έβαζε μια μεγάλη πήλινη λεκάνη και καθότανε γύρω-γύρω αντάμα παιδιά και μεγάλοι και «φτυούσαν» τον οξό.

Δηλαδή σπούσαν με τα δόντια το φλούδι κρατούσαν στο στόμα το γλοιώδες σπέρμα φτύναν το φλούδι κι αφού γέμιζε το στόμα με τρία-τέσσερα κουκούτσια μαζί με το σάλιο τα φτύναν στη λεκάνη.

Η αηδία που ένοιωσα γι` αυτή την τελετή δεν λέγεται. Μια φορά που με επιμονή με βάλανε να... βοηθήσω γιατί ήτανε λίγοι, έννοιωσα τόση αηδία που έκανα εμετό.

Τό φτύσιμο του οξού πρέπει να γίνει γρήγορα για να μην κόψει, γιαυτό πάντα παίρνανε πολλά παιδιά για βοηθούς.

Άλλα το διασκέδαζαν, άλλα όμως φεύγαμε μακριά όχι όμως από τεμπελιά όπως μας κατηγορούσαν.

Αφού λοιπόν φτυούσαν τον οξό έβαζε ο Τραχανάς τις κανονικές δόσεις μέλι που το ήθελε αγνό, τοπικό και ζεστό νερό κι άρχιζε να χτυπά το μείγμα που άφριζε και γέμιζε τη λεκάνη.

Σε κάθε κυκλική κίνηση του χεριού του πετούσε και μια φούχτα γυμνά κουκούτσια και το γύριζε με τέχνη και μαστοριά για να μην κόψει. Αφού λοιπόν το έφερνε στην κατάλληλη πυκνότητα τότε έπαιρνε τα ξυλίκια και με μια κίνηση αριστοτεχνική του χεριού, το άλοιβε από πάνω προς τα κάτω έτσι ώστε να τυλιχτεί ολόκληρη η βέργα με μια χεριά οξό και να μείνει προς τα κάτω γυμνό ένα μικρό μέρος περίπου μισή παλάμη για πιάσιμο. Τότε οι βοηθοί του τα στήνανε γύρω-γύρω στον τοίχο σε μέρος αερικό που όμως να μην έχει ήλιο για να μη λειώσει, το μείγμα και τρέχει, στο χώμα κι αδυνατίσουν τ` αξόβεργα. Συνήθως μετά από δυο μέρες τα περνούσε και δεύτερο χέρι για να είναι χοντρά και να πιάνουν και μεγαλύτερα πουλιά. Η τεχνική ήταν η ίδια.

Όμως κάποτε ένας αγρονόμος θέλοντας να εφαρμόσει σωστά το νόμο έστειλε την αστυνομία να συλλάβει τον Τραχανά με τ` αξόβεργα στο χέρι και να τον οδηγήσει στο αυτόφωρο.

Το θέαμα ήταν φοβερό και θύμισε σ` όλους μας αντίστοιχο μιας γριάς γειτόνισσας, που την είχε καταγγείλει στην αστυνομία μια άλλη γειτόνισσα ότι της έκλεψε μια όρνιθα.

Τότε ο χωροφύλακας είχε βάλει μπροστά τη γρηά Λ... με το μαυρισμένο πήλινο τσουκάλι στα χέρια που μέσα σ` αυτό έβραζε η όρνιθα της διπλανής και να την οδηγεί στην Καζάρμα όπως λέγανε το σταθμό χωροφυλακής που λειτουργούσε κοντά στον Άγιο Λουκά στη γωνιά του δρόμου που πάει προς τη Φάρκαινα.

Η διαπόμπευση για την κλοπή και τούτη δω του Τραχανά ήταν κάτι πρωτόγνωρο για τη μικρή μα τόσο αυστηρή γειτονιά μας.

Για μήνες η γριά δεν βγήκε από το σπίτι της. Το ίδιο κι ο Τραχανάς κλεισμένος στο καλύβι του έκανε καιρό να βγεί στο μερτεπέ*. Τα πειράγματα δίναν και παίρνανε. Για αρκετό διάστημα έπαψε να κάνει αξόβεργα. Το χειμώνα έκανε τον διαλεχτή και ήταν περιζήτητος. Οι διαλεχτάδες είχαν το μεσημεριανό φαΐ κι η δουλειά τους ήταν πάντα μέσα στις αποθήκες και τα μαγαζιά, των περιβολάρηδων.

Οι φορατζήδες συνήθως νέα παιδιά, κουβαλούσαν δυο-δυο τις κούφες τα μανταρινοπορτόκαλα απ` το περιβόλι στις αποθήκες, τα έχυναν σωρό και στη μέση οι διαλεχτάδες ανάλογα με το μέγεθος τα έβαζαν στα κοφίνια που φόρτωναν οι καροτσέρηδες γραμμή για τις αποθήκες των εμπόρων στη Χώρα. Τότε τα εσπεριδοειδή πουλιότανε με τη χιλιάδα και η τιμή τους ήταν ανάλογη με το μέγεθος. Τα μικρά τα βγάζαν έξω. Τα λέγαν εβγάρματα και τα πουλούσανε 6-8 στο φράγκο στους περαστικούς. (Αγιοργούσους, Ζυφιανούσους, Δαφνούσους, κ.α.).


Τις γιορτές των Χριστουγέννων και τις Απόκριες ο Τραχανάς με τη κάιντα μαζί με το Βουδιά απ` του Γρου που έπαιζε τουμπί δίναν τη γιορτινή όψη στη γειτονιά. Πόσα γλέντια δεν γινότανε τότε με στραγάλια, τσίκουδα ξερά, σύκα ξερά, φυσικά και ούζο Τέττερη που ποτέ δεν έλειψε. Τραγούδι και χορός που παίρνανε μέρος μικροί και μεγάλοι με πειράγματα στιχάκια, αινίγματα, κέφι αληθινό παρά την φτώχεια και την πείνα. Στόχος στα πειράγματα πάντα ο Τραχανάς που ποτέ δεν θύμωνε, αλλά σαν καλοκάγαθος χιώτης γελούσε κι εκείνος για όσα του λέγανε.

Σκάρωνε στιχάκια συνοδεύοντας το ρυθμό της αυτοσχέδιας μουσικής του. Ήταν πάντα ο τύπος που ξεχώριζε στη γειτονιά.

Βέβαια τον λέγανε πουλοπιάστη και προπαντός οι πιο ηλικιωμένοι δεν τον είχανε σε εκτίμηση λέγοντας:

«Πουλοπιάστης και ψαράς, έρημο είν` το σπίτι του».

Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο εύγλωττη απ` το τραγουδάκι,το καλύβι του ούτε τζάμια είχε ούτε πάτωμα.

Ήταν μια τρώγλη στην κυριολεξία,όμως το κέφι δεν του έλειπε ποτέ κι η χαμηλή ήρεμη φωνή του έδειχνε άνθρωπο που δεν θέλει κακό σε κανέναν.

Δυο αφηγήματα από το βιβλίο «Χιώτικα Αφηγήματα» του Πέτρου Ι. Μαρτάκη έκδοση Περιοδικού Δάφνη 2005 (σε χιώτικη διάλεκτο), από τη ζωή του «Αμανενέ»


Οι τρόποι αιχμαλωσίας της καρδερίνας-carduelis carduelis-goldfinch

Ξόβεργες

Κατασκευή και χρήση

Από τον περασμένο χρόνο μάζευαν ίσιες βέργες από αγριελιά, αλλά και από πουρνάρια, ακόμη και από χαρουπιές. Έπρεπε να έχουν το ανάλογο πάχος και μήκος. Τα άφηναν να ξεραθούν σε σκιά και ξηρό μέρος για να μη ξεφλουδίσουν. Στο κάτω μέρος της βέργας, στο πιο χοντρό σημείο της, την ξεφλούδιζαν δέκα περίπου εκατοστά για να ξεχωρίζει από την υπόλοιπη βέργα και έφτιαχναν κάτι σαν χερούλι για το πιάσιμό της.

Από τον Αύγουστο μέχρι και τις αρχές Σεπτεμβρίου, αγόραζαν οξό (ο καρπός από το δέντρο της οξιάς) και τον άφηναν να ωριμάσει.

Όταν όλα ήταν έτοιμα, άρχιζε η ιεροτελεστία της κατασκευής, πάντα γύρω στο μεσημέρι. Παιδιά και μεγάλοι κάθονταν στο χώμα, γύρω από μια πήλινη κατά προτίμηση λεκάνη, και έβαζαν έναν-έναν τους καρπούς του οξού στο στόμα, τον έσκαγαν με τα δόντια και τον έφτυναν στη λεκάνη. Το στόμα τους γέμιζε από την κόλλα που έβγαζε ο καρπός.

Έπειτα ο μάστορας, ο «ξοβεργάρης», άρχιζε να χαϊδεύει τον οξό, να τον ανακατεύει. Κατόπιν, προσθέτοντας μέλι και ζεστό νερό σε αναλογία που εκείνος ήξερε, άρχιζε να χτυπά το μείγμα με μανία. Εκείνο άφριζε και φούσκωνε γεμάτο φυσαλίδες από τον αέρα που είχε αναμειχθεί με το υλικό.

Όταν το μείγμα ήταν έτοιμο, δύο- τρία παιδιά έφερναν τις βέργες, που ήταν από νωρίς τοποθετημένες στην σειρά όρθιες με το χερούλι στο χώμα και την κορφή προς στον τοίχο της παλιάς αγροτικής κατοικίας. Την έπιαναν λοιπόν τα παιδιά και την έδιναν έτσι όρθια στον τεχνίτη. Εκείνος με τη σειρά του την γύριζε πάνω κάτω και στριφογυρίζοντάς τη με το ένα χέρι, άπλωνε με το άλλο τον οξό πάνω στην βέργα με συνεχόμενες κινήσεις.

Την ξαναγύριζε όρθια και την έδινε στο παιδί για να την ακουμπήσει έτσι όρθια από εκεί που την είχε πάρει. Μέχρι να πάει το ένα παιδί ερχόταν το άλλο και έτσι ο μάστορας δεν καθυστερούσε στην κατασκευή τους.

Όταν η αρχική διαδικασία τελείωνε και αφού η πρώτη επίστρωση είχε στεγνώσει πολύ καλά, τότε επαναλαμβανόταν ακριβώς το ίδιο για να μπει το δεύτερο χέρι πάνω τους.

Το βράδυ της ίδιας μέρας, ο τεχνίτης έβαζε ζεστό νερό και μέλι μέσα σε μια πύλινη λεκάνη και χύνοντας λίγο νερό πάνω στο χέρι του χάιδευε την βέργα, πιέζοντας ελαφρά το μείγμα που είχε βάλει νωρίτερα. Με τον τρόπο αυτό έσκαγαν οι φυσαλίδες του αέρα που ήταν μέσα στο υλικό και τα ξόβεργα ήταν έτοιμα να χρησιμοποιηθούν. Τότε τα έκανε μάτσους από είκοσι περίπου βέργες το καθένα και τους έβαζε στην καλαθούνα, ένα στενό και μακρύ καλάθι, χωρισμένο στα τέσσερα και σκεπασμένο με καπάκι.

Όταν έκριναν ότι είναι η κατάλληλη ημέρα για να «στήσουν», ξεκινούσαν πριν ξημερώσει, πήγαιναν σε μέρη που είχαν κατάλληλα προετοιμάσει από πριν φτιάχνοντας ειδικά περάσματα ανάμεσα στα δέντρα ή και πάνω στο έδαφος. Εκεί τοποθετούσαν μικρά δοχεία με νερό και δύο μικρά κλαδιά μπηγμένα στο χώμα μέσα, στα οποία στερέωναν τις ξόβεργες. Τα πτηνά, που άλλοτε δοκίμαζαν να περάσουν ανάμεσα από τα δέντρα και άλλοτε να πιούν λίγο νερό, κολλούσαν και κρέμονταν ανάποδα μέχρι που ο «δήμιος» ερχόταν για να τα πνίξει πιέζοντας το λαιμό τους ή στην καλύτερη περίπτωση να τα βάλει στο κλουβί, , αν ήταν κάποιο από αυτά ωδικό πτήνο ( πχ. καρδερίνα).

Όσο ο ήλιος ανέβαινε, τα ξόβεργα κολλούσαν λιγότερο και τότε ο ξοβεργάρης γυρνούσε και τα μάζευε, τα έκανε πάλι μάτσους και τα έβαζε στην καλαθούνα, όπου τα αποθήκευε μέχρι την άλλη φορά που θα τα ξαναέστηνε.

 

Άρα


Ένας άλλος τρόπος σύλληψης πτηνών είναι η Άρα. Στο παρακάτω κείμενο αναλύω αυτό τον τρόπο στησίματος που χρησιμοποιούνταν στα νησιά του Αιγαίου, όπως στη Σαντορίνη και στη Σύρο, αλλά και σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο.

Η Άρα ήταν το χειρότερο εργαλείο που μεταχειρίστηκε ο άνθρωπος για να συλλάβει πτηνά. Υπήρξε το μεγαλύτερο μέσο γενοκτονίας των πτηνών, πριν εμφανιστεί η μάστιγα των φυτοφαρμάκων και κάθε είδους δραστικών δηλητηρίων που ο άνθρωπος χωρίς γνώση και μέτρο χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα.

Η Άρα ήταν ένα μεγάλο δίχτυ που απλωνόταν πάνω σε ειδικά τοποθετημένα ξύλα (μπαστούνια), που με το τράβηγμα ενός σχοινιού σωριαζόταν και εγκλώβιζε ότι υπήρχε κάτω από` αυτό.

Κάτω από το δίχτυ ήταν σκορπισμένοι σπόροι και κουτάκια με νερό, ενώ στα γύρω δέντρα ήταν κρεμασμένα κλουβιά με πουλιά-κράχτες για να προσελκύουν το κοπάδι (να σημειωθεί ότι η Άρα έμπαινε σε μέρη που περνούσαν κοπάδια αποδημητικών πτηνών, πιο συχνά σε παραθαλάσσια μέρη).

Λίγο πιο πέρα είχε κατασκευαστεί από τον «αρατζή» ένα μικρό δωματιάκι από κλαδιά (φρίτζα) για να είναι κρυμμένος αυτός και οι βοηθοί του, ώστε να μη φοβηθούν τα πτηνά στη θέα τους.

Εκεί περίμεναν πίνοντας πολλές φορές το ουζάκι τους ακόμα και όλη τη νύχτα. Όταν το κοπάδι «έπεφτε» και τα πεινασμένα και διψασμένα πτηνά περνούσαν κάτω από το δίχτυ κι άρχιζαν το «φαγοπότι», τότε ο αρατζής τραβούσε τα σχοινιά, το δίχτυ σωριαζόταν και τα εκατοντάδες και πολλές φορές χιλιάδες πτηνά αιχμαλωτίζονταν ανίκανα να αντιδράσουν.

Οι «άνθρωποι» με πλατιά ξύλα, που στην άκρη τους είχαν πολλά καρφιά, πατώντας επάνω στο δίχτυ ανεβοκατέβαζαν τα ξύλα και με κάθε χτύπημα τρυπούσαν με τα καρφιά τα πτηνά και τα σκότωναν. Άλλοι μεταχειρίζονταν τα χέρια τους και με ταχύτητα έπνιγαν τα πτηνά, κόβοντας την καρωτίδα τους.

Λίγα μόνο ωδικά πτηνά, που κατά τη γνώμη του «ειδικού» θα μπορούσαν να πουληθούν στην αγορά, έμπαιναν στα κλουβιά καταδικασμένα σε ισόβια σκλαβιά.

Πρέπει να επισημάνω ότι στις μέρες μας έχει σταματήσει το κυνήγι αυτών των πτηνών, διότι δεν συντρέχουν οι παρακάτω λόγοι που ανάγκαζαν τους χωρικούς των νησιών να τα κυνηγήσουν. Τα παλιά χρόνια έστηναν την Άρα για να πιάσουν πτηνά, τα οποία αποτελούσαν βασικό κομμάτι της καθημερινής διατροφής τους. Μερικές φορές, εάν τα πτηνά ήταν αρκετά, κατέβαιναν από τα χωριά και τα πουλούσαν στην πόλη ή τα έφτιαχναν παστά για να τα τρώνε κατά τη διάρκεια του χειμώνα

Η καρδερίνα, επειδή είναι το πιο όμορφο ωδικό πτηνό και διαθέτει την ομορφότερη φωνή, είχε άλλη τύχη, αυτή της αιχμαλωσίας του κλουβιού, όπως και άλλα ωδικά πτηνά (φλώρια, φανέτα, λούβαρα, τουρλιά, σκαρθάκια κ.α).

Εκείνα τα χρόνια ο απλός αγροτικός κόσμος, βλέποντας τα πτηνά να συρρέουν κατά χιλιάδες στα νησιά του Αιγαίου, έβρισκε σε αυτά μια πολύ καλή πηγή πρόσληψης πρωτεϊνών.

Πολλοί καρδερινάδες από όλα τα μέρη της Ελλάδας συζητούν μεταξύ τους για την αυξανόμενη μείωση στους πληθυσμούς όλων των πτηνών. Γυρίζουν στα παλιά στέκια- περάσματα περιμένοντας ν'ακούσουν το κελάηδισμα αυτού του όμορφο ωδικού πτηνού, που άλλοτε φώλιαζε και μέσα στα χωριά τους.

Άρα- Προετοιμασία

Ξεκινάμε περίπου τον Ιούνιο, οπότε και βάζουμε τα πουλιά στο «μούτι», έτσι ώστε να προκαλέσουμε το πρόωρο μάδημά τους. Τα πτηνά παραμένουν στο «μούτι» για περίπου σαράντα ημέρες για να αποκατασταθεί το πτέρωμά τους.

Σε αυτή ειδικά την φάση, εστιάζουμε ιδιαίτερα την προσοχή μας στην καθαριότητα και στην προστασία των πτηνών από ζωύφια και έντομα, προκειμένου να αποφύγουμε την πτερόρροια από ξαφνικό τρόμο (σπαρτάρισμα).

Κατόπιν, αρχίζουμε σταδιακά να βγάζουμε τα πτηνά σε εξωτερικούς χώρους, έτσι ώστε να προσαρμόζονται στο φυσικό περιβάλλον και να αρχίσει η επιθυμία για ζευγάρωμα (πύρωμα) που διαρκεί μέχρι να ξεκινήσει η περίοδος της Άρας.



Επιλογή Τοποθεσίας- Τρόπος κατασκευής

Αφού έχουμε επιλέξει το σημείο που θα στήσουμε την Άρα, προετοιμάζουμε το χώρο καθαρίζοντας τον καλά από κλαδιά και χόρτα, ανάλογα με τις διαστάσεις της, έτσι ώστε να μην μπλέκεται το δίχτυ μας στα αγριόχορτα. Τοποθετούμε, αν δεν έχει το σημείο αυτό που έχουμε επιλέξει, δύο δέντρα ξερά, δεξιά και αριστερά της άρας, με ελαφριά κλίση προς το κέντρο της. Καρφώνουμε, ανάλογα με τα πουλιά μας, τόσους πασσάλους όσους χρειάζονται για να κρεμάσουμε τα κλουβιά. Καλό θα ήταν τα κλουβιά να βρίσκονται κοντά στην Άρα. Στο κέντρο της κατασκευάζουμε ένα λάκκο χρησιμοποιώντας νάυλον και τσιμέντο, κάνοντας μία επίστρωση τσιμέντου πάνω στο νάυλον. Τον λάκκο που κατασκευάσαμε φροντίζουμε να τον διοχετεύουμε με επαρκή ποσότητα νερού. Δεξιά και αριστερά από το λάκκο και ανάμεσα στα κοντάρια της Άρας τοποθετούμε γαϊδουράγκαθα. Σε απόσταση δέκα περίπου μέτρων, κατασκευάζουμε ένα φράχτη για να κρυφτούμε πίσω από αυτόν. Τον καμουφλάρουμε με υλικά και χρώματα που εναρμονίζονται με το περιβάλλον που βρισκόμαστε (θυμάρια, ασπάλαθοι κ.λ.π.), αποφεύγοντας τα πολύ γυαλιστερά και έντονα χρώματα.(Συνήθως στη Σύρο τα πρώτα πτηνά εμφανίζονται 28 Οκτωβρίου. Αυτά είναι φλώρια, σπίνοι, κοτσύφια κ.λ.π., ενώ οι καρδερίνες εμφανίζονται είκοσι περίπου μέρες αργότερα.)

Έναρξη «κυνηγιού»

Ξεκινάμε, πριν ξημερώσει, και τοποθετούμε τα κλουβιά σε σάκους ή κούτες, έτσι ώστε να μην τρομάξουν τα πτηνά κατά τη μεταφορά τους στο πόστο μας. Ελέγχουμε, αν η άρα είναι καθαρή, γεμίζουμε το λάκκο με νερό και ρίχνουμε γύρω από το νερό τροφή, έτσι ώστε να παρατείνουμε την παραμονή των περαστικών πτηνών στην Άρα. Προσέχουμε να μην υπάρχουν ζωύφια, π.χ μυρμήγκια μέσα στην Άρα, κρεμάμε τα κλουβιά στους πασσάλους που έχουμε ήδη τοποθετήσει και περιμένουμε να ξημερώσει.

Όταν πλησιάσουν τα κοπάδια στην Άρα μας, περιμένουμε μέχρι να πετύχουμε το μεγαλύτερο αριθμό πτηνών, χωρίς να κάνουμε βιαστικές κινήσεις. Κάθε φορά που συλλαμβάνουμε πουλιά, ελέγχουμε κατά την κρίση μας όσα είναι καλά, για να τα κρατήσουμε δηλαδή και τις επόμενες χρονιές. Τα υπόλοιπα τα αφήνουμε ελεύθερα.

Η παραμονή μας μπορεί να διαρκέσει μέχρι και τις απογευματινές ώρες, γιατί μετά έρχονται οι νυχτερίδες. Παραδόσεις και ιστορίες για τα ωδικά πτηνά μας έρχονται από πολλές περιοχές της Ελλάδας, καθώς παντού υπάρχουν λάτρεις αυτού του πανέμορφου ωδικού πτηνού.

Στην Πελοπόννησο και σε άλλα μέρη της Ελλάδας συλλαμβάνουν αγριόπουλα με δίχτυα συνήθως αλλά και με ξόβεργα, με διαφορετικό τρόπο στησίματος από περιοχή σε περιοχή.


Δίχτυα πόρτες-στρογγυλά

Στο σημείο αυτό θα περιγράψουμε τις μεθόδους στησίματος που χρησιμοποιούν οι θηρευτές της καρδερίνας χρησιμοποιώντας δίχτυα. Αρχικά, επιλέγουμε ένα ξέφωτο για να στήσουμε τα δίχτυα τους, έναν καθαρό χώρο από δέντρα, θάμνους και αγριόχορτα.

Αυτή η επιλογή του χώρου γίνεται για να πέφτουν όλα τα περαστικά πτηνά κατευθείαν μέσα στα δίχτυα, δίχως να μπορούν να δουν καθαρά το χώρο από μακριά. Καθαρίζουμε καλά το χώρο και βάζουμε στη μέση νερό και φαγητό. Εκεί δίπλα ακριβώς δένουμε τις καρδερίνες πάνω σε μεγάλα καρφιά, τις λεγόμενες φύντες ή παλουκάρες. Αυτές είναι ειδικά εκπαιδευμένες θηλυκές καρδερίνες που χρησιμοποιούνται για να προσελκύσουν τα ελεύθερα πτηνά. Ο τρόπος που δένουν οι θηρευτές τα πτηνά αυτά είναι ο εξής: περνούν αρχικά στο κεφάλι της καρδερίνας μία κλωστή σε σχήμα θηλιάς, στη συνέχεια τη δένουν γύρω από τις φτερούγες της, φτιάχνοντας ένα κόμπο κάτω από το στήθος. Μετά τη δένουν πάνω σ'ένα ειδικά κατασκευασμένο ξύλινο βατήρα (φυντόξυλο). Όταν λοιπόν βλέπουν οι θηρευτές πτηνά να περνούν πάνω από τα δίχτυα τους, τραβούν το φυντόξυλο για να πεταρίζει η καρδερίνα(φύντα).Οι θηλυκές καρδερίνες πρέπει να έχουν εκπαιδευτεί μερικές μέρες πριν το στήσιμο, έτσι ώστε με το τράβηγμα του ξύλου στο οποίο κάθονται να πεταρίζουν και με αυτόν τον τρόπο να προσελκύουν τα ελεύθερα πτηνά να πέσουν μέσα στα δίχτυα τους και όχι έξω ή δίπλα από αυτά.

Τα δίχτυα δένονται πάνω σε μπαστούνια(ξύλα),τα οποία στις κάτω άκρες τους έχουν θηλιές ,κόμπους από σκοινί. Εκεί μέσα περνούν μεγάλα καρφιά πασσάλους και τα καρφώνουμε στο έδαφος. Στην πάνω άκρη τους στο τελείωμα της κάθε πλεύρας του διχτυού φτιάχνουμε ένα κόμπο και δένουμε τα ζύγια. Ενώνουμε δηλαδή την μια άκρη του ενός διχτυού με την άλλη, μετά ακριβώς στην μέση αυτής της ένωσης δένουμε ένα μακρύ σκοινί τόσο όση η απόσταση που έχουμε κατασκευάσει την κρυψώνα μας.

Όταν τα ξύλα με τα σκοινιά είναι καλά κατασκευασμένα, ζυγισμένα τα δίχτυα μας κλείνουν γρήγορα και ομοιόμορφα. Αυτά είναι τα στημένα σε στρογγυλό σχηματισμό δίχτυα κλειστά από όλες τις πλευρές τους.

Ένας άλλος τρόπος είναι όταν στήνουν τα δίχτυα χωρισμένα σε δυο τμήματα (πόρτες), εδώ έχουμε δυο μεγάλα ορθογώνιου σχήματος δίχτυα που τα καρφώνουμε στο έδαφος.

Αυτά έχουν πιο γρήγορο και απλό στήσιμο από τα στρογγυλά όμως αφήνουν περισσότερο μέρος ανοιχτό, ακάλυπτο.

Σε άλλες περιοχές συλλέγουν από την φύση φωλιές καρδερίνας αλλά και άλλων ωδικών πτηνών, παίρνουν τα αυγά η τα μικρά τους για να τα μεγαλώσουν οι ίδιοι με τάϊσμα στο χέρι, η βάζοντας τα μικρά σε παραμάνες. Με αυτόν τον τρόπο αποσκοπούν να έχουν στην διάθεση τους νεοσσούς καρδερίνας μεγαλωμένους στην αιχμαλωσία, διότι τα καρδερινάκια αυτά είναι σαφώς πιο ήρεμα και επομένως πιο δεικτικά στην εκμάθηση του ρεπερτόριο που επιθυμεί ο εκτροφέας τους καθώς και στην αναπαραγωγή. Υπάρχει ένας ακόμα τρόπος αιχμαλωσίας της καρδερίνας παρόμοιος με τον προηγούμενο, συλλέγουν την φωλιά της από το δέντρο και την βάζουν μέσα σ' ένα μικρό ξύλινο κλουβάκι ,βαμμένο συνήθως με πράσινο χρώμα η στο φυσικό χρώμα του ξύλου.

Έπειτα το αφήνουν πάνω στο ίδιο δέντρο από όπου είχαν πάρει την φωλιά, οι γονείς τους έρχονται και ταΐζουν με μεγάλη στοργή τα μικρά τους μέχρι αυτά να μεγαλώσουν.

Είναι πολύ στοργική και γλυκιά η εικόνα να βλέπετε πως προσπαθούν να ταΐσουν τα μικρά τους έξω από το κλουβί βάζοντας το ράμφος τους ανάμεσα στα σύρματα. Το κάνουν με περίσσια αγάπη και θαλπωρή, πηγαινοέρχονται ταΐζοντας τα μικρά τους δίχως να τα αποθαρρύνει η ανθρώπινη παρουσία.

Αυτός ο τρόπος φυσικά εγκυμονεί πολλούς κινδύνους για την υγεία και την ακεραιότητα τους, για παράδειγμα μπορεί να τα φάει κάποιο αρπακτικό, πτηνό π.χ το σαΐνι, η κουκουβάγια, η ακόμα κάποιο φίδι, η ποντικός, αρουραίος κ.α

Η καρδερίνα όμως λατρεύτηκε όπως προ είπα για την μελωδικότητα της φωνής, για τα πολλά γυρίσματα που κάνει η φωνή της και τις τονικές εναλλαγές της. Επόμενο ήταν λοιπόν οι άνθρωποι να εφεύρουν, σκαρφιστούν διάφορους τρόπους για την αιχμαλωσία της. Όλες οι παραπάνω πληροφορίες έχουν λαογραφικό και μόνο χαρακτήρα, στις μέρες μας υπάρχουν καρδερίνες εκτροφής που μπορεί να αποκτήσει κάποιος εάν αγαπά και θέλει να κατέχει αυτό το όμορφο πτηνό.

 

Παλιές αφηγήσεις -πληροφορίες

Οι μικρασιάτες πρόσφυγες έχουν τη μεγαλύτερη παράδοση στις καρδερίνες από πλευράς γνώσεων και ποιότητας φωνών. Στη Νίκαια, περιοχή που κατοικώ, η οποία δημιουργήθηκε και κατοικήθηκε από μικρασιάτες πρόσφυγες του 1922, η καρδερίνα είναι το πιο δημοφιλές ωδικό πτηνό .Σχεδόν κάθε σπίτι διατηρεί άγρια ωδικά πτηνά, τα οποία μπορεί να τα βρει κανείς μέσα σε πολύχρωμα κλουβάκια που εναλλάσσονται με όμορφα λουλούδια στους κήπους των προσφυγικών σπιτιών.

Καρδερίνες, φλώρια, λουβαράκια, φανέτα,τουρλιά, παπαδίτσες, τσιχλόνια, αηδόνια και πολλά άλλα ωδικά πτηνά εκτρέφονται με ιδιαίτερο ζήλο, αγάπη και γνώση από μερακλήδες εκτροφείς της περιοχής.

Κάθε άνοιξη, περίοδο ευφορίας και αναπαραγωγής των πτηνών, ακούγεται από παντού το κελαΐδισμα τους σε κάθε γειτονιά της Νίκαιας, σε κάθε μπαλκόνι και αυλή, δίπλα στα ρείθρα των δρόμων, όπου ανθίζουν τα λουλούδια της άνοιξης. Τα χρώματα και το άρωμα των λουλουδιών σμίγουν με τις φωνές των ωδικών πτηνών, στήνοντας ένα όμορφο σκηνικό μιας πόλης που ακόμα αντέχει και αντιστέκεται στα κελεύσματα της εποχής μας.

Τα όμορφα ξύλινα κλουβάκια στολισμένα με πολύχρωμες χάντρες στέκουν κρεμασμένα στους τοίχους των σπιτιών δημιουργώντας μία ξεχωριστή εικόνα.

Στα καφενεία και στα προσφυγικά σπίτια της παλαιάς Κοκκινιάς, γνωστά στέκια των καρδερινάδων, μαζεύονται εκτροφείς για να συζητήσουν και για να ανταλλάξουν απόψεις για το αγαπημένο τους ωδικό πτηνό.

Τις πληροφορίες, τα μυστικά της εκπαίδευσης και της διατήρησης της καρδερίνας μάς μεταφέρουν παλαιοί εκτροφείς της περιοχής, ώστε αυτή η παράδοση να μεταφέρεται από γενιά σε γενιά και να διατηρείται ως τις μέρες μας

Πολύ όμορφα είναι τα ξύλινα κλουβιά (πολίτικα) που φτιάχνουν για τα ωδικά πτηνά τεχνίτες με πολύ μεράκι και κόπο, βάζοντας περίσσια τέχνη. Είναι χειροποίητα κλουβιά σε διάφορα σχέδια και σχήματα που τα στολίζουν με πολύχρωμες χάντρες.

Δυστυχώς αυτοί οι παλιοί εκτροφείς-τεχνίτες σιγά σιγά λιγοστεύουν και κινδυνεύει να χαθεί αυτή η τέχνη-παράδοση που κρατάει αιώνες τώρα.

Μου έχουν αφηγηθεί πολλές ιστορίες για το αξιαγάπητο αυτό πτηνό και τη διατήρηση του στην αιχμαλωσία. Έχω ακούσει ότι, πριν πολλά χρόνια όταν δεν υπήρχαν μαγαζιά με τροφές για τα ωδικά πτηνά, ετάιζαν τα πτηνά με σπόρους από σουσάμι, μαρούλι και ραπανόσπορους που μάζευαν από τα παρτέρια τους καθώς και με διάφορα φρούτα και φρέσκα χόρτα.

Σκεφτείτε λοιπόν πόσο δύσκολη ήταν εκείνη την εποχή η διατήρηση και αναπαραγωγή των ωδικών πτηνών.

Ένας επώνυμος καρδερινάς της περιοχής μας, λάτρης όλων των ωδικών πτηνών, ήταν ο μεγάλος λαϊκός συνθέτης Μάρκος Βαμβακάρης.

Κάθε πρωί που ξυπνούσε, έτρεχε στη λαχαναγορά να αγοράσει φρέσκα χόρτα και φρούτα για να ταΐσει τους μικρούς του φίλους.

Έπειτα, όταν γυρνούσε, καθόταν και έπινε τον καφέ του ακούγοντας τις μελωδίες από τα πτηνά του.

Η αγάπη του για τα πτηνά ήταν τόσο μεγάλη, ώστε είχε επηρεασθεί και η μουσική του από αυτά. Μερικές από τις μελωδίες του ίσως να είναι βγαλμένες από τις φωνές των ωδικών πτηνών.

Εκείνη την εποχή η Νίκαια και ειδικότερα οι πρόποδες του Όρους Αιγάλεω, η Νεάπολη και ο Κορυδαλλός ήταν ακόμη δάσος, όπως μου έχουν αφηγηθεί, .Οι εκτροφείς της εποχής εκείνης έκοβαν από εκεί άγρια χόρτα ,ζοχούς και γαϊδουράγκαθα για να ταΐσουν τα πτηνά τους.

Φανταστείτε λοιπόν πόσο μεράκι και αγάπη είχαν για τα πτηνά οι εκτροφείς και πόσες δυσκολίες αντιμετώπιζαν στην καθημερινή τους ενασχόληση με τα πτηνά.

Από τότε γνώριζαν ότι η καρδερίνα λατρεύει τους ζοχούς και ωφελείται πάρα πολύ από τις πρωτεΐνες (γάλα) που περιέχουν. Ακόμα ο ζοχός χρησιμοποιείται από τους εκτροφείς και για τις πυρωτικές ιδιότητες που έχει. Εάν βάλετε στην καρδερίνα σας γαϊδουράγκαθα, θα την δείτε να τους μαδάει περίτεχνα, χώνοντας το μακρύ και λεπτό της ράμφος μέσα τους.

Τα μόνα σπόρια που χρησιμοποιούσαν για τη διατροφή της καρδερίνας εκείνη την εποχή ήταν το κεχρί, το κανναβούρι, το σουσάμι και το λινάρι. Στο εμπόριο δεν υπήρχαν άλλα είδη σπόρων

Κατά τη διάρκεια του μπαουλιάσματος (εγκλωβισμός των πτηνών σε πολύ σκοτεινά μέρη κατά την περίοδο της πτερόρροιας, για να εκπαιδευτούν φωνητικά) μου έχουν αφηγηθεί ότι χορηγούσαν στις καρδερίνες τους κάποιους ειδικούς σπόρους, όπως για παράδειγμα την παπαρούνα, το σινάπι ή κάποια βότανα, όπως η μαντζουράνα, που έχουν ηρεμιστικές ιδιότητες. Με αυτόν τον τρόπο αποσκοπούσαν στο να είναι τα πτηνά πιο ήρεμα και ήσυχα και επομένως να μάθουν ευκολότερα και ποιοτικά καλύτερα τις φωνές που επιθυμεί ο εκτροφέας τους.

Από τα παιδικά μου χρόνια θυμάμαι μέσα στο σπίτι μας και γύρω στα προσφυγικά σπίτια όμορφα κλουβάκια με καρδερίνες, φλώρους μούλους και άλλα ωδικά πτηνά να κελαηδούν. Έτσι δεν άργησα και εγώ, από μικρό παιδί κιόλας, ν' ασχοληθώ με την εκτροφή και την αναπαραγωγή τους. Πρώτα ασχολήθηκα με την καρδερίνα και αργότερα με άλλα είδη όπως φλώρια, λούβαρα, τσιχλόνια, παπαδίστες, αηδόνια, τουρλιά, υβρίδια κ.α Μετά από αρκετά χρόνια ασχολήθηκα με την εκτροφή καναρινιών φωνής.

Τα πτηνά που ζευγάρωνα σαν έφηβος ήταν καρδερινοκάναρα, φλωροκάναρα, φανετοκάναρα και φλωροκαρδέρινα διδασκόμενος από τους δασκάλους-εκτροφείς της περιοχής μας.

Ακόμα και σήμερα στην περιοχή μας υπάρχει η αντίληψη ότι τα αρσενικά καναρίνια δεν είναι χρήσιμα, δεν έχουν δηλαδή το πλούσιο ρεπερτόριο των άγριων ωδικών πτηνών. Μόνο οι θηλυκές κανάρες ήταν χρήσιμες και τις χρησιμοποιούσαν ως παραμάνες ή για την παραγωγή υβριδίων (μούλων). Εξαίρεση αποτελούν τα αρσενικά καναρίνια φωνής χτυπημένα-εκπαιδευμένα με φωνές άγριων ωδικών πτηνών, όπως του αηδονιού, της παπαδίτσας, του τουρλί κ.ά. Όλα τα μικρά αρσενικά υβρίδια ή καναρίνια, που προορίζονταν για φωνητική εκπαίδευση, δεν έπρεπε να ακούσουν ποτέ φωνή καναρινιού, ακόμα και της μάνας τους.

Μου έχουν αφηγηθεί λοιπόν μερικοί εκτροφείς ότι έκοβαν από τις θηλυκές κανάρες την άκρη της γλώσσα τους, έτσι ώστε να μην κάνει το θηλυκό πτηνό ούτε τσιου, όπως έλεγαν, να μην κελαηδά καθόλου δηλαδή.

Το επιθυμητό λοιπόν αποτέλεσμα όλων των εκτροφέων είναι να αποκτήσουν καναρίνια και υβρίδια με φωνές από άγρια πτηνά.

Από όσα αναφέραμε παραπάνω είναι φανερό ότι κάθε περιοχή της χώρας μας έχει την δική της κουλτούρα καθώς και ότι ο κάθε εκτροφέας έχει τον δικό του τρόπο εκτροφής και διατήρησης της καρδερίνας. Επομένως, ο κάθε νέος εκτροφέας μπορεί να ακολουθήσει τον τρόπο που ταιριάζει περισσότερο στη δική του ιδιοσυγκρασία και καλύπτει τις δικές του ανάγκες.

 

Η αιχμαλωσία της καρδερίνας-carduelis carduelis-goldfinch στον ευρωπαϊκό χώρο.

Σε αυτό το σημείο θα αναφερθώ στις εμπειρίες που έχω αποκομίσει από τα αρκετά ταξίδια μου στο εξωτερικό. Πιο συγκεκριμένα, θα ήθελα να παραθέσω τις απόψεις που αντάλλαξα με διάσημους εκτροφείς σε διεθνείς εκθέσεις αλλά και σε δωμάτια πτηνών (birdroom).

Κυρίως θέλω να αναφερθώ στο θέμα της αιχμαλωσίας της καρδερίνας και της σύλληψης των ωδικών πτηνών, που δυστυχώς δεν είναι μόνο ελληνικό προνόμιο. Σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως στην Ιταλία και την Ισπανία, μέχρι και σήμερα συνεχίζουν να συλλαμβάνουν μεγάλο πλήθος από τα πτηνά αυτά κυρίως για εμπορικούς λόγους.

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούν είναι ίδιες ή παρεμφερείς με τις δικές μας. Όμως μόνο στην Ιταλία έχω δει κάτι πραγματικά φρικιαστικό.

Την εποχή της μετανάστευσης των πτηνών μεγάλες ομάδες εκτροφέων-κυνηγών στήνουν σε παραλιακά μέρη τεράστια δίχτυα, ώστε να συλλαμβάνουν κατά χιλιάδες τα μικρά ωδικά πτηνά καθώς και τα μεγαλύτερα από αυτά. Στις δυο πλευρές του μεγάλου αυτού διχτυού, που σε μήκος ξεπερνά τα 10 μέτρα και σε ύψος τα 3 μέτρα, στήνουν δυο ξύλινους ψηλούς πύργους.

Μέσα σε αυτούς είναι καλυμμένοι και περιμένουν τα θηράματα τους (φυσικά εκτός από τα μικρά ωδικά πτηνά εκτελούν με τις καραμπίνες τους και άλλα μεγαλύτερα είδη πτηνών).

Στους κάμπους της Σικελίας, όπου η καρδερίνα αναπαράγεται πάνω στα κλαδιά και στους κορμούς της ελιάς, υπάρχουν πολλοί εκτροφείς αυτού του είδους, που στήνουν παγίδες για να αιχμαλωτίσουν τα μικρά της. Ακόμα πιο σύνηθες φαινόμενο είναι να συλλέγουν από τις φωλιές τα μικρά της ή τα αυγά της.

Όμως και στην βόρειο Ιταλία, όπου ζει ένα άλλο πιο εντυπωσιακό υποείδος λίγο μεγαλύτερο και με καθαρότερα χρώματα, είναι πολύ διαδεδομένη η αιχμαλωσία της.

Στην Ισπανία έχουμε πολλούς συλλόγους φίλων της καρδερίνας, μιας και η ενασχόληση σε αυτή την χώρα με την καρδερίνα είναι πολύ μεγάλη. Πραγματοποιούνται ετήσιοι διαγωνισμοί σύλληψης άγριων καρδερίνων με την χρήση διχτυών και φυσικά μετά απελευθερώνουν.τις θηλυκές!!!

Στις Άλπεις χωριά ολόκληρα και περιοχές επιδίδονται στη σύλληψη πτηνών. Τα παλιότερα χρόνια ο πουλοπιάστης σε αυτές τις περιοχές ήταν ένα σύνηθες επάγγελμα.

Γυρνούσαν από χωριό σε χωριό και από πόλη σε πόλη διαλαλώντας την πραμάτεια τους, παίζοντας όμορφους σκοπούς με ξύλινους αυλούς.

Τα πτηνά, στοιβαγμένα σε μικρά ξύλινα κλουβάκια μεταφοράς, τα περνούσαν μέσα σε μια δερμάτινη συνήθως θήκη και κατόπιν τα κρεμούσαν στην πλάτη τους, ώστε να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για να παίζουν τον αυλό.

Σε αυτές τις θήκες οι πουλοπιάστες μετέφεραν 20-30 μικρά κλουβάκια. Στην είσοδο της κάθε πόλης που έμπαιναν, για να κάνουν αισθητή την παρουσία τους, έπαιζαν στον αυλό διάφορες μελωδίες, εμπνευσμένες από φωνές ωδικών πτηνών.

Με αυτόν λοιπόν τον τρόπο προσέλκυσαν τους πελάτες τους. Άλλοι αγόραζαν τα ωδικά πτηνά προς τέρψη της ακοής τους και άλλοι τα μεγαλύτερα πτηνά για διατροφικούς λόγους.

Έμεναν λοιπόν στους πουλοπιάστες τα πολύ μικρά πουλάκια, συνήθως τα εντομοφάγα, που πολύ δύσκολα προσαρμόζονται στην αιχμαλωσία. Συνήθως αυτά πέθαιναν πολύ γρήγορα και επομένως ήταν δύσκολο να πουληθούν.

Είχαν εφεύρει λοιπόν έναν μύθο, ο οποίος έλεγε ότι κάθε νέο μελλόνυμφο ζευγάρι κυρίως στις αρχές της άνοιξης θα πρέπει να απελευθερώνει ένα ζευγάρι τέτοιων πτηνών, ώστε να έχει τύχει ο έρωτας τους και ο έγγαμος βίος τους.

Βλέπεται λοιπόν από πόσο παλιά υφίσταται η κουτοπονηριά των πουλιατσίδων. Ήταν ξακουστή η ικανότητά τους να μπορούν να πλασάρουν όλη την πραμάτεια τους σε αφελείς συνήθως αγοραστές των ωδικών πτηνών.

Στη συνέχεια θα αφηγηθώ μια γνωστή λαογραφική ιστορία που ο μεγάλος αυστριακός σύνθετης Βόλφαγκ Αμάντεους Μότσαρτ την μελοποίησε σε όπερα, τον πασίγνωστο μαγεμένο αυλό. Πρόκειται για ένα μύθο της περιοχής των Άλπεων, που ανάμεσα στους κεντρικούς πρωταγωνιστές είναι ένας πουλοπιάστης, ο Παπαγκένιο.

Ο Παπαγκένιο ήταν ένας χωρικός του οποίου το επάγγελμα ήταν να συλλαμβάνει πτηνά. Έπιανε λοιπόν τα μικρά πτηνά από το δάσος και τα πουλούσε για να συντηρήσει την οικογένειά του.

Ο Μότσαρτ, θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να αποδώσει τιμή σε αυτούς τους ερασιτέχνες μουσικούς, συνέθεσε το έργο αυτό. Επίσης, ο ίδιος ο συνθέτης με δικά του έξοδα φρόντισε να στηθεί ένα μνημείο προς τιμή τους, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα

.


Η καρδερίνα-carduelis carduelis-goldfinch στην τέχνη (κουλτούρα)


Στον ευρωπαϊκό χώρο έχουμε πολλά έργα μουσικών που προσπαθούν να μιμηθούν τα ωδικά πτηνά, όπως για παράδειγμα στο έργο τέσσερις εποχές (The four seasons) του Αντώνιο Βιβάλντι. Ο ίδιος ο συνθέτης έχει γράψει και ένα κοντσέρτο για φλάουτο και ορχήστρα αποκλειστικά για τις καρδερίνες, το Concerto No. 3 in D major "Il Cardellino". Πάνω σε αυτό το έργο έχει συνθέσει παραλλαγές ο Μότσαρτ, που αγαπούσε και αυτός πάρα πολύ τα ωδικά πτηνά και το κελάηδισμά τους. Σε πολλά έργα μιμείται τη φωνή τους με πνευστά όργανα, όπως το φλάουτο, το κλαρινέτο, το όμποε.

Ένα παράδειγμα είναι η όπερα που προανέφερα, ο μαγεμένος αυλός. Το βασικό μοτίβο του έργου είναι το κελάηδισμα ενός αηδονιού με διάφορα πνευστά όργανα, που ο συνθέτης προσπαθεί να το αποδώσει με όμορφους χρωματισμούς.

Ο μέγιστος συνθέτης της ανθρωπότητας, Λούντβιχ φαν Μπετόβεν, έγραψε μια συμφωνία, την 6η (ποιμενική), που είναι ύμνος στη χαρά της φύσης. Αξίζει πιστεύω να σας περιγράψω τον τρόπο που συνέθεσε αυτό το έργο.

Περπατούσε μέσα στη φύση, σε λιβάδια και σε δάση, ανέπνεε το άρωμα της, τα λουλούδια της, τις μυρωδιές της, επηρεαζόταν δηλαδή από αυτήν και πάνω από όλα από το τραγούδι των πτηνών της.

Τότε έβγαζε μέσα από το παλτό του ένα μικρό σημειωματάριο και αποτύπωνε σε νότες τους ήχους που άκουγε, ιδιαίτερα το τραγούδι των ωδικών πτηνών καθισμένος συνήθως κάτω από ένα δέντρο.

Ένας άλλος μεγάλος συνθέτης, ο Ούγγρος Μπέλα Μπάρτοκ, ανέφερε προς τους μαθητές της μουσικής ακαδημίας της Βουδαπέστης ότι τα ωδικά πτηνά ακούγονται σαν να έχουν μια ολόκληρη συμφωνική ορχήστρα μέσα στο λάρυγγά τους. Προέτρεπε λοιπόν τους μαθητές του να ακούσουν και να επηρεαστούν από τις μελωδίες των πτηνών.

Έχουμε όμως και πολλά έργα ζωγραφικής από διάσημους δημιουργούς με θέμα την καρδερίνα. Ευρύτατα γνωστός είναι ο πίνακας του Mignon (still life), στον οποίο απεικονίζεται μια καρδερίνα που εκπαιδεύεται στη χρήση της δαχτυλήθρας για να πιει νερό.

Είναι ένα πολύ παλιό κόλπο που εφαρμόζεται στις καρδερίνες αλλά και στα καναρίνια.

Δένουμε σε μια δαχτυλήθρα ένα σπάγκο για να την χρησιμοποιούμε σαν κουβά με νερό, έπειτα τη δένουμε στον πάτο του κλουβιού και την αφήνουμε να κρέμεται μερικά εκατοστά παρακάτω.

Η διψασμένη καρδερίνα, βλέποντας το νερό, χρησιμοποιεί το ράμφος της και τα πόδια της για να ανεβάσει το μικροσκοπικό κουβαδάκι επάνω και να πιει νερό.

Ο διάσημος Ιταλός Αναγεννησιακός ζωγράφος Ραφαέλ Σάντζιο (1483-1520) απεικονίζει την Παναγία να κρατά τον Χριστό, ενώ Εκείνος έχει μια καρδερίνα στο χέρι του. Ο τίτλος του έργου του είναι η Madonna del Cadrellino.

Άλλος διάσημος ζωγράφος είναι ο Giambattista Tiepolo (1696-1770). Το έργο του Madonna del Cardellino απεικονίζει την Παναγία που κρατάει στην αγκαλιά της το θείο βρέφος. Πάνω σε αυτό κάθεται μια καρδερίνα .

Άλλο σπουδαίο έργο είναι του Jan Steen (1626-1679), με τίτλο Il Cardellino.

Ένας ακόμη πολύ όμορφος πίνακας είναι του Carel Fabritius με τίτλο The goldfinch.

Πολύ όμορφος πίνακας με έντονα χρώματα είναι και του W.A.Bougue. Επίσης, ο ζωγράφος Jonh Gould έχει κάνει μια σειρά από ζωγραφικούς πίνακες με θέμα την καρδερίνα πάνω σε γαϊδουράγκαθα.

O Francisco de Zurdaran έχει απεικονίσει και αυτός μια καρδερίνα ανάμεσα στην Παναγία και τον Χριστό.

Πολλοί άλλοι ακόμα ζωγράφοι, μουσικοί, λογοτέχνες έχουν ασχοληθεί με αυτό το πανέμορφο ωδικό πτηνό. Η ομορφιά του, η εξυπνάδα του και ο χρωματισμός του έχει εμπνεύσει πλήθος καλλιτεχνών.

 

Αυτές οι πληροφορίες ειναι μονάχα λαογραφικού ενδιφέροντος, απογορεύται η σύλληψη και κατοχή άγριων ωδικών πτηνών από την φύση.